Prosvoro

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική / Ήθη & Έθιμα
A+ R A-

Ήθη και Έθιμα

 

Έθιμα-Ήθη-Παραδόσεις  του χωριού

 

1. Βίζιτα.

 Στις μεγάλες γιορτές (Χριστούγενα, Πάσχα) και στις ονομαστικές μετά την εκκλησία οι άνδρες χωρίζονταν σε δύο παρέες και περνούσαν για κέρασμα και τραγούδι από όλα τα σπίτια. Στο δρόμο πηγαίνοντας λέγονταν το  τραγούδι «βασιλικός μου μύρισε, κυττάτε ποιος διαβαίνει, ο Γιώργος Μήτσος διάβαινε στα Γιάννενα πηγαίνει, στα Γιάννενα και στον Πασά και στο Βεζύρη Αφέντη, καλή σου μέρα Μπέη μου, καλώς το Γιώργο πούρθε, φτιάξτε στο Γιώργη έναν καφέ, στο Μήτσο ένα τσιγάρο, Γιώργη μ γιατί μας άργησες νρθείς να προσκυνήσεις, δεν μ άφηναν τα κρύα νερά και τα παχιά κρυάρια». Κέρασμα σε κάθε σπίτι εκτός από τα συνηθισμένα ούζο, ρακί, λουκούμι, τσικολάτο, όπως έλεγαν τα σοκολατάκια, ήταν και  ότι ιδιαίτερο είχε ο νυκοκύρης,. π. χ.. μέλι,  κρασί, τυρί, κ.α. Οι Γιώργηδες ήταν τυχεροί γιατί τους τραγουδούσαν το τραγούδι τους «Γιώργη μ ήρθαν οι φίλοι σου, ήρθαν οι μπράτιμοι σου..». Στο δρόμο πάλι για άλλο σπίτι τραγουδούσαν «πέντε πασάδες ήμασταν και δέκα αφεντάδες, έχουν τραπέζια αργυρά, σοφρά μαλαματένιο, έχουν κι ένα γλυκό κρασί πίνουν τα παλληκάρια». Σε άλλα σπίτια ένα τραγούδι που λέγονταν συνήθως ήταν «εμείς εδώ δεν ήρθαμε, κέρνα μας κέρνα μας, να φάμε και να ποιούμε, άντε να κερνάς να καλοπερνάς, μόνο σας πιθυμήσαμε κι ήρθαμε να σας  δούμε (ακούσαμε καλό κρασί και ήρθαμε να σας δούμε)».  Όπου είχαν κόρη αρραβωνιασμένη  τραγουδούσαν «η μάνα πού χει μια κορή, κόρη αρραβωνιασμένη, την έλουζε  τη χτένιζε στα σύννεφα την κρύβει, κι ανοίξανε τα σύννεφα κι φάνηκε η κόρη και φάνηκαν  ξανθά μαλλιά  κι αρχοντικά πλεξίδα»  Άλλη παραλλαγή που επίσης τραγουδιόταν ήταν «η μάνα πού χει μια κορή, κόρη για αρραβώνα, την τάζουνε στο Βασιλιά την τάζουνε στο Ρήγα, δεν θέλω γω το Βασιλιά δεν θέλω γω το Ρήγα , μον θέλω τα αρχοντόπουλο να περπατώ καβάλα»  

2. Κόλιντα

 Τα μεσάνυχτα λίγο πριν τις 12 η ώρα στις 23 προς 24 Δεκεμβρίου τρία–τέσσερα παιδία κατέβαιναν στην πλατεία του χωριού, άναβαν φωτιά για να ζεσταθούν, χτυπούσαν την καμπάνα και φώναζαν κόλιντρα-μέλιντρα μπάμπω κόλιντα δώσε και μένα κλούρα για να ακούσουν οι χωριανοί, να ξυπνήσουν και να ετοιμαστούν για να   περιμένουν να περάσουν τα κολιντρούλια από το σπίτι τους. Όταν όλα τα παιδιά (αγόρια) και τα κορίτσια του χωριού μαζεύονταν στην πλατεία του χωριού, τότε  ξεκινούσαν να πουν τα κόλιντρα στα σπίτια του χωριού (όσα είχαν φως).Το πρώτο σπίτι που πήγαιναν ήταν πάντα του παππά και έλεγαν το τραγούδι  «Κάτω στο Δάφνο ποταμό, στο Δάφνο ποταμάκι, εκεί κοιμάται ο παππάς με το σταυρό στο χέρι, κανείς δεν πάει να το ξυπνής, κανείς και δεν πηγαίνει, μον η κυρά η Παναγιά πηγαίν και τον ξυπνάει, Για σήκω - σήκω Δέσποτα και μη βαριά κοιμάσαι, τα μοναστήρια σήμαναν κι οι εκκλησιές διαβάζουν κι αυτά τα δασκαλόπουλα ψάλλουν τους Αποστόλους» ». Μια παραλλαγή διαφέρει μόνο στην αρχή «μέσα σε τουτη την αυλή την μαρμαστρωμένη εδώ κοιμάται ο παπάς με… «. Μετά τα παιδιά πήγαιναν  στα υπόλοιπα σπίτια του μαχαλά που ήταν το σπίτι του παππά και στη συνέχεια στον άλλο μαχαλά ώσπου περάσουν από όλα τα σπίτια που είχαν φως που σήμαινε ότι περίμεναν τα κολιαντρούλια. Φορές τα παιδιά πήγαιναν και σε σπίτια που δεν είχαν ανάψει φως  και έλεγαν τα κάλαντα και εκεί, μπορεί και δυο φορές αν την πρώτη δεν άνοιγαν. . Κάθε παιδί είχε μαζί του ένα τρουβά όπου έβαζε την κλούρα και ότι άλλο που έδινε κάθε σπίτι. Σε ορισμένα σπίτια εκτός από την κλούρα, ζήτούσαν να βελιάξουν τα παιδιά και έριχναν στο πάτωμα καρύδια, στραγάλια, ξυλοκέρατα, κάστανα, μήλα μικρά άγρια,  και αργότερα σε κάποια σπίτια και καραμέλλες (είχαν παιδιά στο Γυμνάσιο και αυτά έφερνα το «καινούργιο» και διαφορετικό στο χωριό. Σε κάθε σπίτι ένα παιδί πήγαινε στη  φωτιά (τζάκι και αργότερα σε κάποια σπίτια σόμπα) και με την κλούτσα (τζομπανόκα) ανακάτευε τη φωτιά στη βάτρα και έλεγε ευχές(αρνιά, κατσικια, νύφες, γαμπροί) ανάλογα με το τι πιο πολύ ενδιέφερε το νοικοκύρη, για τα χωράφια αν ήταν γεωργός, για τα κοπάδια στους κτηνοτρόφους, για καλό γαμπρό όπου είχαν κορίτσι για παντρειά ή καλό γαμπρό, καλά σχαρίκια –γυρισμό για ξενιτεμένους. Στο παιδί που   ανακάτευε τη φωτιά οι πιο πολλοί νοικοκυραίοι έδινα και μια-δυο δραχμές  και γι  αυτό  παιδιά σπρώχνονταν και βιάζονταν για το ποιο θα πάει πρώτο να σγκαλίσει τη φωτιά να πει τις ευχές για τι καλό περίμενε ο νοικοκύρης και να πάρει χρήματα. Βέβαια οι περισσότεροι νοικοκυραίοι γι αυτό το λόγο φρόντιζαν να «αφήσουν» να περάσει πρώτο το παιδί που ήθελαν (από τότε η διαπλοκή) γιατί αυτό το σκάλισμα της φωτιάς το θεωρούσαν και ως γούρι για το νέο χρόνο που ξεκινούσε.   Το πιο συνηθισμένο τραγούδι ήταν «καλήν εσπέρα άρχοντες». Σε σπίτια που είχαν κορίτσι της παντρειάς ή αρραβωνιασμένο λέγονταν το τραγούδι    « εδώ έχουν κόρη για παντρειά κόρη αρραβωνιασμένη, την τάζουν χίλια πρόβατα την τάζουν χίλια γίδια, την τάζουνε στο Βασιλιά την τάζουνε στο Ρήγα, δεν θέλω γω το Βασιλιά, δεν θέλω γω το Πήγα , μπν θέλβ τα αρχοντόπουλο να περπατώ καβάλα». Σε όσους θεωρούσαν καλούς νοικοκυραίους το τραγούδι «σ αυτό το σπίτι πούρθαμε πέτρα να μη ραγίσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει …» Σε όσα σπίτια δεν άνοιγαν μερικές φορές τραγουδούσαν «σ αυτό το σπίτι πούρθαμε γιομάτο καλιακούδια, τα δυο  γενούν, τα δυο ψοφούν, και τα άλλα βγάζν τα μάτια.  Όταν  τα παιδιά   του χωριού περνούσαν από όλα τα σπίτια μαζεύονταν πάλι στην πλατεία, χτυπούσαν την καμπάνα , φώναζαν κόλιντα-κόλιντα, έσβηναν τη φωτιά αν εντωμεταξύ δεν είχε σβήσει και γύριζε το καθένα στο σπίτι για να μετρήσει τι είχε μαζέψει και κυρίως πόσες κλούρες γιατί σε ορισμένα σπίτια δε έπαιρναν όλα τα παιδιά κλούρα. Οι κλούρες γίνονταν απαραίτητα από κάθε νοικοκυρά  δυο-τρεις μέρες πριν και είχαν ειδικό σχήμα και από καλό άσπρο αλεύρι, ψήνονταν στη γάστρα καιμετά φυλάγονταν στην κανέστρα μέχρι τα κόλιντα..

 

3. Χοιροσφάι

Κάθε οικογένεια είχε  ένα γουρούνι το οποίο αγόραζε γουρουνάκι μικρό το τάιζε και τα Χριστούγεννα το έκοβε για να βγάλει από τον παστό (το πάχος του γουρουνιού) τη λίγδα που ήταν το λίπος για τη μαγειρική όλο το χρόνο,  τις τσιγαρίδες, το κρέας και τα λουκάνικα. Αυτά ήταν  δύο ειδών, ένα που γίνονταν με το λεπτό έντερο (χωριάτικα) με κρέας και πράσο και το άλλο με το παχύ έντερο που το γέμιζαν με συκώτι, πλεμόνι και λίγο κρέας (τα λέγανε μπάμπω). Τα αλουκάνικα τα έκαναν θηλιές και τις περνούσαν σε μακρυές βέργες τις οποίες έβαζαν στο ταβάνι στις γρεντιές, για να στεγνώσουν. Ένα μέρος από το κρέας το έβραζαν λίγο και μετά το έριχναν μέσα στους τενεκέδες με τη λίγδα πριν παγώσει και εκεί διατηρούνταν όσο καιρό κρατούσε η λίγδα, ακόμη  και ένα χρόνο, το έλεγαν καβουρμά. Το κρέας με κόκκαλα το έκοβαν σε μικρά κομάτια το αλάτιζαν και το φύλλαγαν σε κάδους ξύλινους μέχρι το Πάσχα και αργότερα. Το γουρούνι αυτό λέγονταν χοιροσφάι και στο χωριό όποιος είχε μεγάλο χοιροσφάι και έβγαζε πολύ λίγδα (μετρούσαν τενεκέδες) και κρέας θεωρούνταν καλός νοικοκύρης. Σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας αναβιώνουν  ως δρώμενο τη διαδικασία της σφαγής, το βγάλσιμο της λίγδας και τις τσιγαρίδες με την ονομασία γουρνοχαρά. Το κόψιμο του γουρουνιού ήταν λίγο δύσκολο γιατί χρειάζονταν 5-6 άτομα να το ακινητοποιήσουν και ένα να το κόψει. Μετά το κόψιμο πρώτα καψάλιζαν καλά το μέρος της κοιλίας και μετά την έγδερναν περίπου 20-30 εκατοστά πλάτος και χρησιμοπιούντα για μαγείρεμα συνήθως με τραχανά. Το  δέρμα  το καθάριζαν καλά από λίπος, το στέγνωναν και το χρησιμοποιούσαν να  κάνουν τσαρούχια και σαμάρια

Για τα παιδιά η πιο μεγάλη χαρά και ανυπομονησία ήταν για τη φούσκα που μόλις την έβγαζαν οι γονείς  την έδιναν στα παιδιά, αυτά την φούσκωναν και την έδεναν όπως το μπαλόνι σήμερα, την άφηναν να στεγνώσει μερικές μέρες (2-3) και τότε είχαν μια μπάλα να παίξουν με τα χέρια και με τα πόδια. Το κακό ήταν ότι γρήγορα έσπαζε και έρχονταν η απαγοήτευση πως θα παίζουν πια και πότε θα ξανάρθουν τα Χριστούγεννα για να έχουν πάλι τη φούσκα την οποία τώρα θα πρόσεχαν πολύ.

 

4. Τα Λουγκατζάρια

 Γίνονταν την Πρωτοχρονιά. Ήταν περίπου όπως γίνεται ακόμα σήμερα σε ορισμένα  μέρη. Άνδρες και παιδιά ντύνονταν και παρίσταναν το γαμπρό, τη νύφη, τον παπά, το γιατρό, το χωροφύλακα, τον αγροφύλακα (ντραγάτς) και τους κατοίκους με φουστανέλες, τα κανονικά μάλλινα ρούχα. Οι φουστανελάδες κρατούσαν και κουνούσαν  στα χέρια τους σπαθιά  και είχαν στη μέση τους πολλά και μεγάλα κουδούνια και κυπριά τα οποία όπως τα κουνούσαν έκαναν πολύ θόρυβο. Μια διαφορά  στο χωριό ήταν ότι μετά την πλατεία όπου ο γιατρός γιάτρευε τη  νύφη που ξαφνικά αρρώσταινε και γίνονταν ο «γάμος» της νύφης τα Λουκαντζάρια γύριζαν όλο το χωριό από σπίτι σε σπίτι, λέγοντας σε κάθε ένα σπίτι ένα τραγούδι που συνήθως ταίριαζε  στις επιθυμίες του νοικοκύρη. Για παράδειγμα σε σπίτι που είχε ξενιτεμένο τραγουδούσαν « Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο, η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ έχω τον καημό σου. Τι να σου στείλω ξένε μου εκεί στα ξένα πούσαι.  Να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει,  να στείλω και το δάκρυ μου σ ένα χρυσό μαντήλι, το δάκρυ είναι καυτερό και καίει το μαντήλι ». Πριν φύγουν από ένα σπίτι για να πάνε στο επόμενο ο νοικοκύρης έδινε κάτι φαγώσιμο για μαγείρεμα, όπως κρέας , λουκάνικα, λίγδα, αυγά, κρασί, ελιές, τσιγαρίδες, κ.α. Όλα αυτά στο τέλος τα πήγαιναν σε ένα σπίτι όπου το βράδυ θα γίνονταν το γλέντι με όλο το χωριό. Τα τραγούδια για το  χορό τα τραγουδούσαν οι ίδιοι οι χωριανοί. 

 

5.  Βασιλόπιτα

 Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς κάθε οικογένεια έτρωγε τη βασιλόπιτα. Γίνονταν με 12 φύλλα, τα πέτουρα όπως τα έλεγαν, τα οποία οι νοικοκυρές ετοίμαζαν 2-3 μέρες πριν και τα στέγνωναν στη ζεστή γάστρα. Πρώτα άλειφαν  το ταψί με λίγη λίγδα, μετά έστρωναν 3 πέτουρα, ύστερα έριχναν σκόρπια πάνω σε αυτά ένα μίγμα από λίγδα, τυρί και μισοβρασμένο  τραχανά σταρένιο, μετά έβαζαν ένα πέτουρο και ξαναέριχναν το μίγμα, και αυτό γίνονταν για τα 6 πέτουρα, έτσι συμπλήρωναν 9 πέτουρα και τότε έβαζαν σε κανονικές αποστάσεις τα σημάδια που είχε ετοιμάσει η νοικοκυρά από χλωρά λεπτά κλαδιά ιτιάς και συμβόλιζαν τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας, τα γιδοπρόβατα, τα γελάδια, τα χωράφια, τα αμπέλια, τα μελίσσια, τα σημάδια ήταν  όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας  και επιπλέον το φλουρί για τα οικονομικά του σπιτιού. Μετά η νοικοκυρά σκέπαζε με τα υπόλοιπα 3 πέτουρα τα σημάδια βάζοντας ανάμεσα πέτουρα μίγμα. Η βασιλόπιτα ψήνονταν στη γάστρα ή στη σόμπα. Στο τραπέζι μετά το σταύρωμα, κόβονταν σε κομμάτια όσα τα μέλη της οικογένειας και ένα ακόμη για το Χριστό. Ο άνδρας της οικογένειας την έφερνε γύρω τρεις φορές και αφού έβγαζε  το κομμάτι για το Χριστό ο καθένας έπαιρνε το κομμάτι του με τη σειρά ηλικίας αρχίζοντας από τον πατέρα. Το σημάδι που  τύχαινε στο κομμάτι του καθενός, π.χ. μελίσσια  σήμαινε ότι θα τα φρόντιζε  όλο το χρόνο.

 

6. Πασχαλιά

 Μέχρι  τα τέλη της δεκαετίας του 1960 οι χωριανοί έκαναν τρεις μέρες Πασχαλιά. Την πρώτη μέρα μετά την λειτουργία όπως και μετά τη Δεύτερη και Τρίτη Πασχαλιά οι γυναίκες και τα κορίτσια ντυμένα στα καλά τους πιάνονταν στο χορό αλλά μόνο με πασχαλινά τραγούδια. Όπως στο Πανηγύρι έτσι και την Πασχαλιά στους χορούς τα αγόρια και κορίτσια με τα βλέμματα  τους «γνωρίζονταν» πρωτοάλλαζαν ματιές συμπάθειας, διαλέγονταν έλεγαν οι χωριανοί,   και συνήθως στη συνέχεια κατέληγαν σε αρραβώνες και γάμους. Γι αυτό τα κορίτσια που ήταν στην ηλικία για παντρειά ετοιμάζονταν όσο καλύτερα μπορούσαν με φορέματα καινούργια και χορό όσο μπορούσαν καλύτερο για να εντυπωσιάσουν και αρέσουν περισσότερο στα αγόρια τους που τυχόν είχαν συμπαθήσει και τα έβλεπαν ή για να συγκινήσουν κάποιο. Ένα από τα τραγούδια της πρώτης μέρας της Πασχαλιάς ήταν «σήμερα Δέσπω μ Πασχαλιά, σήμερα άσπρη μέρα όλες οι νύφες στο χορό κι όλες οι μαυρομάτες και συ Δέσπω μ δε φαίνεσαι μες στον απάνω κόσμο, Δέσπω μου κλαίει το παιδί, κλαίει και δε μηρώνει, σαν κλαίει μάναμ το παιδί κάτσε και μήρωσε το, δώσε το μήλο απ τη μηλιά, σταφύλι απ τα άγριο κλίμα, κι αν δε μηρώσει κι απ αυτό σκάψε παράχωσέ το» Τη δεύτερη και τρίτη μέρα (Πασχαλιά) τα τραγούδια ήταν διαφορετικά. «σήκω Μαριόλα »,  " μια κοτοϊπολη Μπεϊίνα, πως μορφωλαλει Μπεϊνα, για την Άνοιξη Μπεϊνα, για την Άνοιξη Μπεϊνα , το χινόπωρο,το χινόπωρο.."

Εδώ πρέπει να αναφερθεί και ότι συνεχίζεται και μέχρι σήμερα, το βάψιμο των κόκκινων αυγών ξημερώματα Μ. Πέμπτης.  Ακόμα και 10-15 μέρες πριν τη Μ. Πέμπτη οι νοικοκυρές μάζευαν τα αυγά για την Πασχαλιά. Νύχτα ακόμη πριν ξημερώσει Μ. Πέμπτη  η μάνα μας με τη γιαγιά μας και  την αδελφή όσοι είχαν  σηκώνονταν και έβαφαν τα αυγά για να έχουμε να τσουγκρίσουμε το βράδυ μετά την Ανάσταση και να κεράσουν στη βίζιτα. Αρκετά αυγά, οι περδίκες, δεν ήταν μόνο κόκκινα αλλά κεντημένα, γιατί την προηγούμενη μέρα η μάνα μας, η γιαγιά μας ή η αδελφή είχαν κάνει στην επιφάνεια των αυγών διάφορα σχέδια με κερί (σήμερα τα τυλίγουν με κρεμμυδόφυλλα, ή και άλλα υλικά) και κατά το βάψιμο τα σκεπασμένα σημεία δεν βάφονταν εντελώς κόκκινα αλλά σε διάφορα χρώματα, όπως και η πέρδικα που έχει πολλά χρώματα  Τότε όμως  μόλις τελείωνε το βάψιμό η βαφή δεν πετάγονταν αλλά με αυτήν  έβαφαν τα κεφάλια ή τη ράχη στα ζώα (αρνιά, κατσίκια, πρόβατα, γίδια, γελάδια) που είχαν οι οικογένειες για να τα προστατεύει όλο το χρόνο ο Χριστός .

 

7. Μάρτης

 Η πρώτη μέρα του Μάρτη εμάς τα παιδιά  μας εύρισκε με το «Μάρτη» στο χέρι που μας τον είχε φορέσει η μάνα ή η γιαγιά στον ύπνο μας γιατί δεν ήθελαν να μας μαυρίσει ο ήλιος και όταν περπατάμε να μην περδικλωνόμαστε όπως μας έλεγαν εάν δεν θέλαμε να τον φορέσουμε. Άλλες φορές αυτό γίνονταν μόλις ξυπνούσαμε πρωί πριν βγούμε έξω, ή και μια μέρα πριν ώστε ο Μάρτης να μας βρει με το «Μάρτη» στο χέρι Ο «Μάρτης» ήταν άσπρη και κόκκινη κλωστή που κλώθονταν μαζί σε μία και αυτή δένονταν σα βραχιόλι στο δεξί χέρι.

 

8. Τα κλήδονα

Έθιμο πολύ παλιό στην Ελλάδα αφού αναφέρεται  από αρχαίους και βυζαντινούς συγγραφείς. Η λέξη προέρχεται από την αρχαία λέξη κλήδων  στην οποία αποδίδεται προγνωστική -προφητική σημασία

 Γίνονταν στις 23 Ιουνίου, παραμονή του Αϊ Γιαννιού. Το απόγευμα προς κοντά το βράδυ τα κορίτσια του χωριού τα ανύπαντρα για κάθε μαχαλά χωριστά πρώτα συγκεντρώνονταν σε ένα σημείο προσπαθώντας αυτό να γίνει γρηγορότερα από ότι στον άλλο μαχαλά και  τραγουδώντας να «τσακίσουν» τα κορίτσια του άλλου μαχαλά. Μετά πήγαιναν στη βρύση του χωριού (Καρυά ή Λαγωνικά) και χωρίς να μιλούνε έπαιρναν νερό στα γκιούμια και τα κακκάβια που τα είχαν στολισμένα με λουλούδια, τα γιαννάκια που μοσχοβολούν και μέσα ένα κάποιο προσωπικό στολίδι τους (χρυσαφικό) δικό τους (σταυρό, δαχτυλίδι). Για μερικά χρόνια ξαναγύριζαν στο ίδιο σημείο του μαχαλά τους και την άλλη μέρα  Έφερναν το νερό στην πλατεία στον πλάτανο, αμίλητα και το  έριχναν με το στολίδι τους  μέσα σε ένα μεγάλο κακκάβι. Μετά σκέπαζαν το κακκάβι με ένα κόκκινο πανί και έλεγαν «κλειδώνουμε τον κλήδονα με τα Αϊ Γιαννιού τη χάρη κι όποια χει καλό ριζικό να δώσει να τον πάρει». Κάθε μαχαλάς έπαιρνε το κακκάβι για το βράδυ να το φυλάξει έξω στα άστρα από τα αγόρια του άλλου μαχαλά να μην το πάρουν πράγμα που τελικά γίνονταν. Τα κορίτσια κοιμούνταν και πίστευαν – περίμεναν να ονειρευτούν ή να έχουν κάποιο σημάδι για τον ποιον θα παντρευτούν. Την   άλλη μέρα του Αϊ –Γιαννιού το πρωϊ το κακκάβι κλειδώνονταν μέσα στο σπίτι (για να μη χαθεί η μαντική δύναμη) και μετά την λειτουργία το μεσημέρι στην πλατεία οι δυο μαχαλάδες έφερνε ο καθένας το κακκάβι, τραγουδούσαν γύρω από τα στολισμένα κακκάβια  και μετά τα «ξεκλείδωναν» λέγοντας «ανοίγουμε τον κλήδονα με τα Αϊ Γιαννιού τη χάρη κι όποια χει καλό ριζικό να δώσει να το πάρει». Έπαιρναν   ένα - ένα τα μπουκέτα- λουλούδια με  το στολίδι μέσα,  το οποίο δίνονταν σε όποιο κορίτσι ανήκε απαγγέλοντας παράλληλα δίστιχα από μνήμης ή από γραμμένα και το δίστιχο που τύχαινε σε κάθε  κορίτσι προέβλεπε  τι θα του τύχαινε,  κάτι καλό.

 

9. Αποκριές

Μια δυο μέρες πριν ή περισσότερες οι χωριανοί κουβαλούσαν στην πλατεία κέδρα συνήθως κάτω από το νάρθηκα και την Κυριακή της Αποκριάς το βράδυ άναβαν τη φωτιά στη θημωνιά που είχαν ετοιμάσει το λεγόμενο φανό, τα παιδιά πηδούσαν πάνω από τη φωτιά, οι μεγάλοι  χόρευαν γύρω από το φανό με τα αποκριάτικα τραγούδια. Πρώτο τραγούδι πάντα ήταν το « Τις μεγάλες αποκριές αποκρεύουν το τυρί αποκρεύουν και το .....  ». Εκεί στην πλατεία στο φανό ή στα σπίτια πρινβγουν στην πλατεία οι χωριανοίεπισκέπτονταν οικογενειακά τους συγγενείς και έδιναν τα χέρια ο ένας στον άλλο λέγοντας «ότι είπαμε όλα σχωρεμένα, και από αύριο όλα μέλι γάλα». Τα παιδία φιλούσαν το χέρι του νουνού, του παππού , της γιαγιάς, των μπαρπμάδων και έλεγαν «όλα σχωρεμένα» Οι μεγάλοι μετά από αυτό  έδιναν καμιά δραχμή ή και τάληρο στα παιδιά που ήταν η μεγάλη τους χαρά. Πολλές οικογένειες αυτό το έθιμο το συνεχίζουν μέχρι σήμερα ακόμα και τηλεφωνικά.

 

10. Ψυχοσάββατο-Άγιοι Θεόδωροι

 Το ψυχοσάββατο οι γυναίκες πήγαιναν στην εκκλησία λειτουργιές αλλά και πανχίδα που ήταν σιτάρι βρασμένο το οποίο  πρώτα είχε σπαστεί  (κοπανισμένο το έλεγαν γιατί το χτυπούσαν να σπάσει με τον κόπανο) για τις ψυχές των συγγενών που είχαν φύγει από τη ζωή. Οι μανάδες έλεγαν στα κορίτσια τους  να κρατήσουν λίγη πανχίδα και  το βράδυ να την τυλίξουν σε ένα πανί και να το βάλουν κάτω από το μαξιλάρι και θα έβλεπαν ποιον θα παντρεύονταν. Το έκαναν κρυφά και αγόρια που είχαν συμπαθήσει κάποια κοπέλα ελπίζοντας αυτό να επιβεβαιωθεί και με το όνειρο.

 

11. Γιδοκούρεμα και Προβατοκούρεμα

Γίνονταν και συνεχίζει και σήμερα να γίνεται από την οικογένεια του  τσέλιγκα με βοήθεια από συγγενείς και άλλους τσελιγκάδες και ήταν μια μικρή γιορτή. Γίνονταν τον Ιούνιο και ο λόγος ήταν για να μην υποφέρουν τα ζώα από τις θερμοκρασίες του καλοκαιριού. Ο  τσέλιγκας αντί για αμοιβή έψηνε κουρμπάνι και βοηθούσε και αυτός με τη σειρά του όσους τον βοηθούσαν. Μέχρι περίπου το 1980 το μαλλί  οι κτηνοτρόφοι το χρησιμοποιούσαν για κατασκευή νήματος (πρώτα πλένονταν, λαναρίζονταν, βάφονταν, γνέθονταν )το οποίο στη συνέχεια γίνονταν ρουχισμός (κάπες, μαλιώτο, πανταλόνια τσουράπια) φλοκάτες (βελέντζες) και σαϊσματα, μπανταμίες, τρουβάδες, χαράλια, δισάκια, σεντόνια, κηλίμια, πατάκια, και πολλά άλλα μάλλινα για τις ανάγκες της οικογένειας αλλά και για την προίκα των κοριτσιών. Σήμερα το μαλλί δεν χρησιμοποιείται, πετάγεται ως άχρηστο.

 

12. Γαλομέτρημα

Όπως λέει και η λέξη ήταν το μέτρημα του γάλατος. Γίνονταν από όσους τσελιγκάδες είχαν τα γιδοπρόβατα όχι μόνοι τους αλλά μαζί με άλλους ένα ή περισσότερους. Μόλις τα αρνιά και κατσίκια αποκόβονταν από το βύζαγμα τότε μια μέρα κάθε κτηνοτρόφος άρμεγε τα γίδια και πρόβατα του χωριστά και μέτραγαν  πόσο γάλα έβγαλε ο καθένας. Μετά συμφωνούσαν πόσα καρδάρια γάλα θα βάλλουν για κάθε κιλό γάλα. Έτσι με βάση πόσα κιλά γάλα είχε καθένας έβρισκαν πόσα καρδάρια γάλα θα πάρει ό καθένας και με τα καρδάρια κάθε μέρα υπολόγιζαν τις μέρες που θα παίρνει καθένας το γάλα. Πρώτος έπαιρνε όποιος είχε το πιο πολύ γάλα, μετά ό δεύτερος, τρίτος. Μόλις έπαιρναν όλοι γαλομετρούσαν πάλι και επαναλαμβάνονταν  η σειρά που έπαιρναν το γάλα που το έκαναν τυριά, βούτυρο, κ.α

 

 

13. Κλαδαριές

 Όσοι χωριανοί, γεωργοί ή κτηνοτρόφοι, το χειμώνα έμεναν στο χωριό κάθε Ιούλιο-Αύγουστο έκαναν με τα κλαδιά της βελανιδιάς, τις κλαδαριές ώστε το χειμώνα τα αποξηραμένα φύλλα να χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή. Η κλαδαριά είναι  ένα διχαλωτό δέντρο βελανιδιάς στο οποίο οι χωριανοί στίβαζαν (τοποθετούσαν) δεμάτια (παταριές) από κλαδί. Οι κλαδαριές  γίνονταν από τα μέλη της οικογένειας και φορές και με βοήθεια από άλλους συγχωριανούς συγγενείς. Η πρώτη δουλειά ήταν να εντοπιστεί το κατάλληλο διχαλωτό  δέντρο (σκαρί) και να κλαριστεί (κλαδευτεί). Μετά, τα κομμένα μεγάλα κλωνάρια που έπεφταν στο έδαφος καθαρίζονταν από τα χοντρά κλωνάρια,  5-10   λεπτά κλαδιά με τα φύλλα τους  γίνονταν ένα δεμάτι το οποίο δένονταν με λεπτό κλαδί και έτσι ήταν έτοιμο το δεμάτι (παταριά) που αφήνονταν στην άκρη έως ότου σχηματιστούν αρκετά δεμάτια για να γεμίσουν τη διχάλα και το σύνολο ήταν η κλαδαριά.  Μια κλαδαριά είχε από 100 έως 200 παταριές και για αυτό χρειάζονταν να κλαριστούν περισσότερα από ένα δέντρα. Οι παταριές τοποθετούνταν, συνήθως από τον άνδρα ανεβασμένο στο δέντρο, δεξιά και  αριστερά με κλίση προς τα κάτω μέσα στη διχάλα έως ότου γέμιζε. Για να δοθούν οι παταριές στον άνδρα χρησιμοποιούνταν η διχούλα, ένα λεπτό και ελαφρύ κλωνάρι που στη μία τη λεπτότερη άκρη ήταν διχαλωτό.Στο τέλος για να σταθεροποιηθούν οι παταριές και μην παρασυρθούν από τον αέρα μπήγονταν στην κορυφή ένα παλούκι περί το ένα μέτρο μήκος που λέγονταν κλούτσος Πόσες κλαδαριές έβαζε (έκανε) κάθε οικογένεια εξαρτόταν από το πόσα ζώα είχε. Οι κλαδαριές γίνονταν κοντά στις καλύβες όπου φυλάγονταν το χειμώνα τα ζώα, πέρα και δώθε από το ποτάμι. Στη δεκαετία του 50 και 60 το χειμώνα πολλές φορές επειδή έπεφτε πολύ χιόνι και τα ζώα δεν μπορούσαν για μέρες να βγουν έξω να πάνε κοντά στις κλαδαριές  χρειάζονταν να μεταφερθούν παταριές στο χωριό ή στις καλύβες και αυτό γίνονταν από τα μέλη της οικογένειας φωτρομένα στην πλάτη. τους  αφού και τα μουλάρια ή άλογα δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν πάλι λογω του χιονού.

 

14. Γάνωμα

Μέχρι σχεδόν το 1970, συνήθως κάθε άνοιξη στο χωριό έρχονταν ο γανωτής και έκανε το γάνωμα των χάλκινων σκευών που χρησιμοποιούσαν οι χωριανοί.

Για πολλά χρόνια, ακόμα και μέχρι τις αρχές του 1970, στο χωριό όπως σε όλα τα χωριά τότε, τα περισσότερα μαγειρικά σκεύη (κατσαρόλες,  κουτάλια, τσουκάλια, γκιούμια, κακκάβια, κ.α) που χρησιμοποιούσαν οι χωριανοί για τις καθημερινές τους ανάγκες και ιδιαίτερα για να μαγειρεύουν ήταν χάλκινα (μπακιρένια). Τα σκεύη αυτά με τον καιρό και με την πολύ χρήση οξειδώνονταν και έτσι γινόταν επικίνδυνα για δηλητηριάσεις. Για να μην υπάρχει αυτός ο κίνδυνος τα σκεύη έπρεπε  να γανωθούν, δηλαδή να σκεπαστεί η επιφάνειά τους για προστασία με ειδικό μέταλλο, το καλάι (κασσίτερος). Ο γανωτής πρώτα  καθάριζε καλά τα σκεύη, άλειφε το εσωτερικό τους με υδροχλωρικό οξύ (σπίρτο) και μετά το έτριβε με άμμο. Στη συνέχεια ζέσταινε καλά το χάλκινο σκεύος και έριχνε μέσα  χλωριούχο αμμώνιο το οποίο βοηθούσε  να στρώσει καλύτερα το καλάι.   Ύστερα σκούπιζε καλά το σκεύος και μετά άπλωνε το λιωμένο καλάι στην επιφάνεια του σκεύους με τη βοήθεια ενός χοντρού υφάσματος βαμβακερού ή μάλλινου. Στο τέλος με  καθαρό βαμβάκι σκούπιζε μέσα έξω το σκεύος για να γυαλίσει.

Ο τεχνίτης που γάνωνε (έκανε το γάνωμα) λέγονταν  γανωτής,  γανωτζής ή γανωματής. Το επάγγελμα του γανωτή είναι από τα πιο παλιά που υπάρχουν. Λένε ότι άρχισε την εποχή του Βυζαντίου και θεωρούνταν από τότε πολύ  χρήσιμο γιατί έσωζε  ανθρώπους από το θάνατο που προκαλούνταν από μαγείρεμα σε αγάνωτα χάλκινα σκεύη.

 

15. Αλώνισμα

 Αλώνισμα έκαναν μόνο  όσοι κάτοικοι στο χωριό  ήταν γεωργοί, δηλαδή έσπερναν σιτάρι (και λίγη βρώμη, κριθάρι). Το θέρισμα γίνονταν με το χέρι με τα δρεπάνια (λελέκια τα έλεγαν) και πολύ χρήσιμο εργαλείο που βοηθούσε στο θέρισμα ήταν η παλαμαριά. Ήταν μια ξύλινη κατασκευή σε σχήμα Γ που στο ένα τμήμα είχε θέσεις για να μπαίνουν τα δάχτυλα. Το θέρισμα (ο θέρος όπως έλεγαν οι χωριανοί) διαρκούσε πολλές μέρες ανάλογα με το πόσα χωράφια-στρέμματα είχε ο γεωργός και το έκαναν περισσότερο οι γυναίκες αφού οι άντρες έκαναν άλλες δουλειές, βοσκούσαν τα ζώα  και κουβαλούσαν τα δεμάτια.  Η παλαμαριά έμπαινε στο αριστερό χέρι για να πιάνει περισσότερα φυτά σιτάρι (χεριά) από ότι μόνο τα δάχτυλα  και με το δρεπάνι στο δεξί χέρι κόβονταν (θερίζονταν) το  σιτάρι. Οι χεριές αφήνονταν κάτω και το θέρισμα συνεχίζονταν. Ο άντρας ή μεγάλα παιδιά μάζευαν τις χεριές και έκαναν τα δεμάτια.  Το δέσιμο των δεματιών γίνονταν με το χειρόβολο φυτά βρίζας (σίκαλης) η οποία γι αυτό και σπέρνονταν νωρίτερα ώστε να θεριστεί και νωρίτερα και έτσι να υπάρχει για τα χειρόβολα. Τα δεμάτια κουβαλιούνταν στο χωριό στο μέρος όπου ήταν το αλώνι με τα ζώα (μουλάρια, άλογα, γαϊδούρια) φορτωμένα με τρία δεμάτια σε κάθε μεριά ή δύο στα γαϊδούρια. Στο μέρος που ήταν το αλώνι τα δεμάτια στοιβάζονταν σε σωρό τη θημωνιά όπως την έλεγαν.  Ο χρόνος που έπαιρνε το κουβάλημα από το χωράφι στο αλώνι και γύρισμα στο χωράφι (στράτα) για νέο ήταν περισσότερος  τις  χρονιές που τα  σιτάρια σπέρνονταν στα χωράφια πέρα από το ποτάμι. Το μακρύτερο χωράφι με σιτάρι ήταν στη θέση Ξηράδια και έπαιρνε σχεδόν τρεις ώρες η στράτα και για να κουβαληθούν όλα τα δεμάτια, 6 κάθε στράτα ήθελε μέρες. Γι αυτό   σε τέτοιες περιπτώσεις οι χωριανοί δανείζονταν ζώα από συγγενείς τους. Το αλώνισμα δεν άρχιζε εάν πρώτα δεν τελείωνε ο θέρος κουβαλιούνταν όλα τα δέματα. Τα αλώνια στο χωριό ήταν χωμάτινα, στρογγυλά, μικρότερα ή μεγαλύτερα ανάλογα με το μέρος όπου ήταν φτιαγμένα, συνήθως με μήκος  5-6 μέτρα. Στη μέση ήταν μπηγμένος και καλά σφηνωμένος ο στέντζηρας, ένα παλούκι από κέδρο, τουλάχιστον 10 -15 εκατοστά χοντρό. Το ξύλο από κέδρο έχει πολύ μεγάλη αντοχή στην καταστροφή του από το χρόνο. Στο αλώνι του Μπίτι στη θέση Γιωργούσα υπάρχει ακόμα ο στέντζηρας από το 1950 και πριν. Για να αρχίσει το αλώνισμα πρώτα σκορπούσαν και άπλωναν στο αλώνι αρκετά δεμάτια, μετά έδεναν στο στέντζηρα τη μια άκρη μιας τριχιάς και την άλλη άκρη στα κέρατα δύο αγελάδων ή τα κεφάλια δύο μουλαριών ή αλόγων ανάλογα με το τι είχε κάθε γεωργός. Τα παιδιά της οικογένειας μετά με φωνές και χτυπήματα γύριζαν τα ζώα γύρω-γύρω ώσπου η τριχιά τυλίγονταν στο στέντζηρα και τότε γύριζαν τα ζώα αντίθετα ώσπου να ξετυλιχτεί η τριχιά για να ξαναγίνει πάλι το τύλιγμα-ξετύλιγμα και να συνεχίζεται αυτό μέχρι που τα ζώα με τα πατήματα τους να σπάσουν-κόψουν τα καλάμια του σιταριού σε μικρά κομμάτια (άχυρο) και παράλληλα να «βγάλουν» όλο το σιτάρι από τα στάχυα. Τότε τα ζώα λύνονταν, πηγαίνονταν στη σκιά να ξεκουραστούν, να ταϊστούν και να ποιούν νερό και ο γεωργός έπαιρνε το άχυρο  από το αλώνι στην αχυρώνα που ήταν σχεδόν πάντα δίπλα στο αλώνι και μετά μάζευε το σιτάρι και το αποθήκευε προσωρινά. Μετά επαναλάμβανε πάλι το σκόρπισμα-άπλωμα δεματιών στο αλώνι, έδενε τα ζώα στο στέντζηρα , τα έφερνε γύρω-γύρω  για να «βγάλει» πάλι το άχυρο και το σιτάρι. Όταν όλα τα δεμάτια αλωνίζονταν οι γυναίκα του γεωργού άρχιζε το λίχνισμα και εφόσον είχε αέρα. Το λίχνισμα ήταν να παίρνει η γυναίκα με ένα μικρό καρδάρι 2-3 κιλά σιτάρι από το σωρό που είχε κάνει με  το σιτάρι  στο αλώνι, να το σηκώνει ψηλά και να το ρίχνει μετά σιγά-σιγά κάτω ώστε ο αέρας να παρασύρει μακριά τα σκύβαλα (μικρά κομματάκια άχυρο και άγανα, σκόνες, χώμα) και  το σιτάρι να πέφτει καθαρό πάνω στο ύφασμα που είχε στρώσει κάτω. Αυτό το λιχνισμένο σιτάρι τις πιο πολλές φορές λιχνίζονταν δυο-τρεις φορές ώστε να καθαρίσει εντελώς. Το λίχνισμα ήταν πολύ κουραστική δουλειά και έπαιρνε πολύ χρόνο. Το σιτάρι ο γεωργός το άλεθε λίγο-λίγο στο μύλο του Ζντράλιου (και παλιότερα και στον Βακούφκο) για να κάνει το ψωμί που χρειάζονταν η οικογένεια του γεωργού. Κανένας γεωργός δεν μπορούσε να κάνει όσο σιτάρι χρειάζονταν για όλο το χρόνο η οικογένεια του και έτσι κάθε φθινόπωρο αγόραζε από τα Γρεβενά το υπόλοιπο αλεύρι ή όσο υπολόγιζε να βγάλει το χειμώνα. Το μετέφερε με το φορτηγό στη θέση Σκάλα και από εκεί με τα ζώα στο χωριό.

 

16. Νυχτέρι

Το χειμώνα τους μήνες Νοέμβριο-Γενάρη 5-10 συγγενείς και φίλοι μαζεύονταν ένα  βράδυ σε  ένα σπίτι από τις 7-8 η ώρα μέχρι τις 2-3 μετά τα μεσάνυχτα (γι αυτό το έλεγαν νυχτέρι), ώστε όλοι μαζί να βοηθήσουν μια οικογένεια να κάνει μια δουλειά που ήθελε χέρια και χρόνο. Συνήθως η δουλειά ήταν η οικογένεια να ξεσποιρίσει» το καλαμπόκι, να γνέσει μαλλί.  Ήταν συνήθεια των χωριανών που ήταν γεωργοί. Οι περισσότεροι από αυτούς κάθε χρόνο το καλαμπόκι που μάζευαν, τις ρόκες τις  έδεναν με 2-3 φύλλα που άφηναν σε πλεξούδες και τις κρεμούσαν στο ταβάνι στις γριντιές για να στεγνώσει καλά και για συντήρηση-αποθήκευση. Για να το χρησιμοποιήσουν όμως έπρεπε να το «ξεσπυρίσουν», δηλαδή να βγάλουν το σπόρο από τη ρόκα. Γι αυτό η οικογένεια δεν έφτανε, ήθελε πολύ χρόνο και χρειάζονταν βοήθεια από συγγενείς ή και από αυτούς  με τους οποίους είχαν καλές σχέσεις και αλληλοβοηθούνταν και σε άλλες δουλειές. Γι αυτό συνεννοούνταν πότε ευκαιρούσαν και έκαναν νυχτέρι Εκείνη την ημέρα που θα γίνονταν το νυχτέρι η νοικοκυρά από το πρωί άρχιζε να βράζει καλαμπόκι ή να κάνει παχνίδα που το βράδυ στο νυχτέρι θα κερνούσε μαζί με κάτι από ούζο, κρασί, στραγάλια, λουκούμι, ή αν βρίσκονταν κάτι άλλο. Το «ξεσποίρισμα» γίνονταν με δύο ρόκες τις οποίες έτριβαν μεταξύ τους ή έβγαζαν μια σειρά καλαμπόκι με το μαχαίρι και μετά με το χέρι όλες τις άλλες. Το  σπόρο από το καλαμπόκι τον χρησιμοποιούσαν για αλεύρι και τροφή για τα ζώα. Η ρόκα που έμενε (ρουμπουσίτι) ήταν χρήσιμη για τη φωτιά στο τζάκι.  Η βοήθεια που έπαιρνε μια οικογένεια την ανταπέδιδε πηγαίνοντας σε νυχτέρι αυτών που τη βοηθούσαν. Στα νυχτέρια παράλληλα με τη δουλειά που έκαναν έλεγαν και παραμύθια, αινίγματα (από πάνω μαύρο σαν τηγάνι, από κάτω άσπρο σαν βαμβάκι και από πίσω σαν ψαλίδι, τι είναι, ψηλός-ψηλός καλόγερος και κόκκαλα δεν έχει, τι είναι), διάφορες ιστορίες-νέα από τα γύρω χωριά, κουτσομπολιά του χωριού (ποια θα παντρευτεί, ποιον, πότε, κ.α.).

Έτσι τα νυχτέρια ήταν και ένας τρόπος διασκέδασης το μεγάλο χειμώνα με τις μεγάλες ατελείωτες κρύες νύχτες.

17. Ξενύχτι των πραμάτων (Μουλάρι, Άλογο, Γαϊδούρι)

Στο χωριό τα ζώα, μουλάρι, άλογο ή γαϊδούρι οι χωριανοί τα έλεγαν πράματα. Μέχρι τις αρχές του 1970 ήταν συνήθεια και γίνονταν από όλους που είχαν πράματα, να τα πηγαίνουν το βράδυ έξω σε διάφορα μέρη για να βοσκήσουν όλη νύχτα και την άλλη μέρα να γυρίσουν στο χωριό και να γίνουν οι διάφορες δουλειές από κάθε οικογένεια. Το ξενύχτι αυτό το έκαναν τις πιο πολλές φορές τα παιδιά της οικογένειας. Τότε το ξενύχτι αυτό το θεωρούσαν απραίτητο (όσοι δεν το έκαναν χαρακτηρίζονταν ως μη καλοί νοικοκύρηδες από τους άλλους χωριανούς). Συνήθως το ξενύχτι συνδυάζονταν με κοπή ξύλων τα οποία μεταφέρονταν με τα πράματα ην άλλη μέρα το πρωί στο χωριό. Το ξενύχτι γίνονταν πέρα από το ποτάμι. Πολλές φορές τα παιδιά μετά το κόψιμο των ξύλων πήγαιναν στα χωράφια με καλαμπόκι στο μέρος που ανήκε στο Κυπαρίσι ή στο Παλιοχώρι (το χωριό δεν υπήρχε), έκοβαν ρόκες και γύριζαν πίσω στα πράματα, άναβαν φωτιά, έψιναν τις ρόκες, έλεγαν διάφορα και μετά κοιμούνταν. Την άλλη μέρα πρωϊ φόρτωναν τα ξύλλα και γύριζαν στο χωριό γύρω στις 7 η ώρα το πρωϊ με τα πράματα χορτάτα και έτοιμα για τις δουλειές.      

18. Κασταλαή-Πλύσιμο ρούχων

Μέχρι περίπου το 1960 οι γυναίκες στο χωριό για το πλύσιμο των ρούχων και  μάλιστα των μάλλινων χρησιμοποιούσαν κασταλαή αντί σαπούνι το οποίο ήταν και ακριβό και χρειάζονταν μεγάλη ποσότητα για να καθαρήσουν καλά τα ρούχα. Η κασταλαή ήταν νερό στο οποίο είχε βραστεί στάχτη. Για να γίνει η κασταλαή  έβαζαν στάχτι σε ένα τουλοπάνι ή μάλινο ύφασμα, το έβαζαν μέσα σε ένα καζάνι ή δοχείο-τενεκέ μεγάλο με νερό και το  έβραζαν για αρκετή ώρα, μέχρι το νερό να αρχίσει να αλλάζει χρώμα προς το σταχτί. Αυτό το νερό χρησίμευε ως σαπούνι. Το πλύσιμο των πολλών ρούχων επειδή χρειάζονταν πολύ νερό που δεν ήταν εύκολο να κουβαλίεται στο σπίτι από τη Λαγωνίκα ή την Καρυά,γίνονταν  στο λάκκο μπροστά  από το σπίτι του Α. Τασούλα ή  στο λάκκο πίσω από τις Πέτρες προς τις Γκρεμούρες όπου είχε και μεγάλες πέτρες π'ανω στις οποίες έβαζαν τα ρούχα και τα χτυπούσαν με τον Κόπανο για να στραγγίσουν-καθαρίσουν.

 

(*) Συμπληρώνεται - Διορθώνεται

Info Για περισσότερες φωτογραφίες πατήστε ΕΔΩ

Αλμπουμ Φωτογραφιων

fotogallery

Video Gallery

videogallery

Στατιστικα

  • Μέλη : 2
  • Σύνδεσμοι : 6

Η γνωμη σας

Θα θέλατε να επισκεφθείτε το χωριό μας;

Δημιουργία Δικτυακού Τόπου

©Copyright Λόλας Πέτρος 2011 | All rights reserved
Κατασκευή και φιλοξενία Ιστοσελίδας Itbiz